ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Loading...

Βυζαντινός Θησαυρός Στο Τελ Αβίβ

Οι ερευνητές εξετάζουν για ποιο λόγο υπήρχαν 400 βυζαντινά νομίσματα, 200 λύχνοι, ένα αρχαίο δαχτυλίδι με επιγραφή και χρυσά κοσμήματα σε λάκκο απορριμμάτων της βυζαντινής περιόδου. Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διενεργούνται από το πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ και την Ισραηλινή Αρχή Αρχαιοτήτων έφεραν στο φως ένα μυστήριο. Οι ανασκαφές διεξάγονται μεταξύ μιας παραλιακής οδού και βιομηχανικής εγκατάστασης σε μια περιοχή που βρίσκεται ανάμεσα στο KfarShmaryahu και στο Rishpon στο Ισραήλ. Πολυάριθμα ευρήματα που χρονολογούνται από την Ύστερη Βυζαντινή περίοδο (5ο, 6ο και 7ο αιώνα μ.Χ.) ήταν ανάμεσα στις αρχαιότητες που ανακαλύφθηκαν σε ανασκαφές στη γεωργική ενδοχώρα της αρχαίας πόλης της Απολλωνίας-Arsuf, που βρίσκεται στα ανατολικά του χώρου. Μεταξύ των ευρημάτων υπήρχαν εγκαταστάσεις για την επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, όπως πατητήρια και τα απομεινάρια ενός ελαιοτριβείου, καθώς και λείψανα των τειχών που ήταν προφανώς μέρος βοηθητικών κτιρίων που είχαν ως στόχο να εξυπηρετούν τους τοπικούς αγρότες.


Σύμφωνα με τον καθηγητή Oren Tal του πανεπιστημίου του Τελ Αβίβ και τον Moshe Ajami της Ισραηλινής Αρχής Αρχαιοτήτων, «Το πιο ενδιαφέρον εύρημα στην περιοχή είναι ο αριθμός των Βυζαντινών λάκκων απορριμμάτων. Ένας από αυτούς είναι ιδιαίτερα μεγάλος (πάνω από 30 μέτρα σε διάμετρο) και περιείχε θραύσματα από πήλινα αγγεία (αμφορείς, μαγειρικά σκεύη, επιτραπέζια σκεύη και λύχνους), θραύσματα γυάλινων αγγείων, βιομηχανικά απόβλητα από γυαλί και οστά ζώων. Ένα μεγάλο ποσοστό από αυτά ήταν χρήσιμα αντικείμενα, των οποίων η παρουσία στο λάκκο εγείρει ερωτήματα.


Μεταξύ άλλων, υπήρχαν περισσότερα από τετρακόσια νομίσματα στην πλειοψηφία τους βυζαντινά, εκ των οποίων το ένα ήταν χρυσό, καθώς και διακόσιοι ολόκληροι και ακέραιοι λύχνοι Σαμαρειτών (ανάμεσά τους λύχνοι που δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ), δαχτυλίδια και χρυσά κοσμήματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των κοσμημάτων υπάρχει ένα οκταγωνικό δαχτυλίδι με χαραγμένους στίχους του Σαμαρείτη Πεντάτευχου σε κάθε μία από τις πλευρές του (στη μία πλευρά: «Adonai είναι το όνομά του», και στην άλλη πλευρά:

«Ένας Θεός», και ούτω καθεξής). Περίπου μια δωδεκάδα από δαχτυλίδια Σαμαρειτών έχουν δημοσιευθεί μέχρι σήμερα στην επιστημονική βιβλιογραφία, και αυτό το δαχτυλίδι αποτελεί μια σημαντική προσθήκη στα ήδη υπάρχοντα».

Σε όλες τις περιόδους η περιοχή αποτέλεσε την γεωργική ενδοχώρα της αρχαίας Απολλωνίας-Arsuf, η οποία βρίσκεται δυτικά του ανασκαφικού χώρου (σήμερα η περιοχή είναι το Εθνικό Πάρκο της Απολλωνίας). Η τρέχουσα ανασκαφή συμπληρώνει την εικόνα για τον οικισμό της αρχαίας Απολλωνίας-Arsuf, όπως έχει προκύψει από προηγούμενες ανασκαφές.

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που πραγματοποιούνται στο Εθνικό Πάρκο της Απολλωνίας από το 1950 μέχρι σήμερα δείχνουν ότι η περιοχή κατοικείται συνεχώς για πάνω από 1.500 χρόνια – από την περσική περίοδο (τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.) μέχρι το τέλος της περιόδου των Σταυροφοριών (13ο αιώνα μ.Χ.). Το πιο σημαντικό αρχιτεκτονικό εύρημα της Ρωμαϊκής Απολλωνίας είναι μια έπαυλη που βλέπει στη θάλασσα με περίστυλη αυλή που πλαισιώνεται από έναν περιφερειακό διάδρομο και δωμάτια διατεταγμένα κατά μήκος όλων των πλευρών του.

Στη βυζαντινή περίοδο ο οικισμός Sozousa (που σημαίνει Απολλωνία) επεκτάθηκε σε μια έκταση 280.000 τ.μ. Μεταξύ των ευρημάτων της περιόδου συγκαταλέγονται μια εκκλησία και βιομηχανικές συνοικίες με πατητήρια, λιοτρίβια, δεξαμενές και κλιβάνους που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή πρώτων υλών γυαλιού, ενώ ο πληθυσμός της αποτελούταν από Χριστιανούς και Σαμαρείτες κατοίκους.

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του UmayyadΧαλίφη Abdul al-Malik (685-705 μ.Χ.) η Arsuf ήταν περιτειχισμένη. Στο τέλος της περιόδου ο οικισμός είχε μετατραπεί σε φρούριο όπου οι μουσουλμανικές θρησκείες χρησιμοποιούσαν ως κέντρο δράσης τους. Η περιοχή κατακτήθηκε από τους Σταυροφόρους το 1101. Έως τα μέσα του 12ου αιώνα η περιοχή παραδόθηκε σε μία από τις αριστοκρατικές οικογένειες σταυροφόρων και έγινε Δεσποτάτο.

Η κατασκευή του φρουρίου του δεσποτάτου ξεκίνησε το 1241 και το 1261 το κάστρο, η πόλη και το φέουδο της Arsuf παραδόθηκε στους Ιωαννίτες ιππότες. Μέχρι το τέλος της πολιορκίας των Μαμελούκων τον Μάρτιο-Απρίλιο του 1265 η οχυρωμένη πόλη και το φρούριο στο βόρειο τμήμα της καταστράφηκαν και η περιοχή δεν ξανακατοικήθηκε από την ήττα της.